διαγωγεύς

διᾰγωγ-εύς, έως, ,
A conductor, ψυχῶν, of Hermes, EM268.24.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαγωγῆ — διαγωγεύς conductor masc nom/voc/acc dual διαγωγεύς conductor masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγωγῆς — διαγωγεύς conductor masc nom pl διαγωγεύς conductor masc nom/voc pl διαγωγή carrying across fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγωγεῦσι — διαγωγεύς conductor masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγωγᾶς — διαγωγεύς conductor masc acc pl διαγωγή carrying across fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγωγῆι — διαγωγεύς conductor masc dat sg (epic ionic) διαγωγῇ , διαγωγή carrying across fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγωγῇ — διαγωγῆι , διαγωγεύς conductor masc dat sg (epic ionic) διαγωγή carrying across fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγωγέα — διαγωγέᾱ , διαγωγεύς conductor masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.